O παππούς
Δυό φορές το χρόνο, τη Λαμπρή και τα Χριστούγεννα, κινούσε από το μακρινό χωριό ο παππούς μου κι
έρχουνταν στο Μεγάλο Κάστρο να δει τ΄ αγγόνια του και την κόρη. Λογάριαζε πάντα
κι έρχουνταν να χτυπήσει την πόρτα την ώρα που κάτεχε πως το θεριό ο γαμπρός του δεν ήταν στο σπίτι. Γέρος
κοτσονάτος με άκουρα άσπρα μαλλιά, με γαλάζια γελούμενα μάτια, με βαριές
χερούκλες όλο ρόζους. Άπλωνε να με χαϊδέψει, και το δέρμα μου ξεγδέρνουνταν.
Φορούσε την κυριακάτικη του σκούρα λουλακιά φουφούλα , μαύρα στιβάνια, άσπρο με
γαλάζιες βούλες κεφαλομάντιλο. Και κρατούσε, τυλιγμένο σε λεμονόφυλλα, το ίδιο
πάντα πεσκέσι:ένα γουρουνόπουλο ψητό στο φούρνο.Γελούσε, το ξεσκέπαζε και μοσκομύριζε το σπίτι κι από τότε τόσο
πολύ έσμιξε , έγινε ένα ο παππούς μου με το ψητό γουρουνάκι και με τα
λεμονόφυλλα, που δεν μπορώ πια να μυριστώ ψημένο χοιρινό κρέας ή να μπω σε περιβόλι λεμονιές, χωρίς ν ΄
ανέβει στο μυαλό μου,γελαστός, απέθαντος,, με το ψητό γουρουνόπουλο στα χέρια,
ο παππούς μου. Και χαίρουμαι γιατί όσο ζω θα ζει κι αυτός μέσα μου,
κανένας άλλος πια στον κόσμο δεν τον θυμάται, και θα πεθάνουμε μαζί. Ο
παππούς μου ετούτος στάθηκε ο πρώτος που μ΄ έκαμε να μη θέλω να πεθάνω για να μην πεθάνουν οι
πεθαμένοι μου. Από τότε, πολλοί
αγαπημένοι μου που πέθαναν κατέβηκαν όχι στο χώμα παρά μέσα στη θύμησή
μου, και ξέρω πια πως όσο ζω θα ζούνε.
Τον θυμούμαι και η καρδιά μου στερεώνεται νιώθοντας πως μπορεί να
νικήσει το θάνατο. Δε θυμάμαι ποτέ μου άνθρωπο να περιλάμπει το γύρο του
προσώπου του τέτοια λάμψη, ήσυχη, αγαθή, σαν το φως του λυχναριού. Την πρώτη
φορά που τον είδα να μπαίνει στο σπίτι,
έσυρα φωνή, έτσι με τις φαρδιές βράκες
του, με το κόκκινο ζωνάρι, φεγγαροπρόσωπος, γελαστός, σαν αγαθός νεροπαππούλης
μου φάνταξε, σαν ένα στοιχειό της γης, που τώρα, να, βγήκε από τα περβόλια και
μυρίζει βρεμένα χόρτα.
Έβγαζε από τον κόρφο του μια δερματινή καπνοσακούλα, έστριβε τσιγάρο,
έπαιρνε τον πυροβόλο και την ίσκα, άναβε και κάπνιζε, κοιτάζοντας ευτυχισμένος
τη θυγατέρα του, τ΄ αγγόνια του, το σπίτι. Πότε πότε άνοιγε το στόμα του,
μιλούσε για τη φοράδα του που γέννησε, για τις βροχές και το χαλάζι, για τα
κουνέλια του που παραπλήθυναν και του ρήμαζαν το λαχανόκηπο. Κι εγώ,
ανεβασμένος στα γόνατά του, περνούσα το μπράτσο μου γύρα από το λαιμό του, τον άκουγα, κι ένας
άγνωρος κόσμος απλώνουνταν στο μυαλό μου, χωράφια και βροχές και κουνέλια,
γινόμουν κι εγώ κουνέλι, έβγαινα κρυφά στην αυλή του παππού και του τρωγα τα
λάχανα.
"Αναφορά στον Γκρέκο" Νίκος Καζαντζάκης
