Την άλλη
μέρα, μέσα από κυπαρίσσια και περβόλια, πήγα, προσκυνητής στην Πομπηία της
Ελλάδας, στο Μυστρά. Ο ιερός αυτός λόφος, όπου γεννήθηκε η νέα Ελλάδα, έχει
όλες τις φανερές και μυστικές γοητείες που μπορούν να μαυλίσουν και την πιο
δύσκολη ψυχή. Λεμονιές, πορτοκαλιές, στενά στριφτά δρομάκια, παιδιά μεσόγυμνα
παίζουν, γυναίκες πάνε στο νερό, κοπέλες κάθονται κάτω από τα ανθισμένα δέντρα
και κεντούν. Πιάστηκε πάλι η ζωή από το χώμα ετούτο, μάχεται να σκαρφαλώσει
πάλι όλο τον προγονικό λόφο. Είναι η πρώτη πράσινη κατοικούμενη ζώνη
του Μυστρά. Προχωράς κι αρχίζει ο σκονισμένος άδεντρος ανήφορος, δρασκελάς
τα γκρεμισμένα σπίτια, φτάνεις στις χαριτωμένες ηλιοψημένες βυζαντινές εκκλησιές,
στην Περίβλεπτο, στη Μητρόπολη, στους Αγίους Θεοδώρους, στο Αφεντικό, στην Παντάνασσα.
Είναι η δεύτερη, στολισμένη μ εκκλησιές ζώνη του Μυστρά.
Διψούσα, μπήκα
στο γυναικείο Μοναστήρι της Παντάνασσας, να με
φιλέψουν οι καλόγριες ένα ποτήρι νερό. Λάμπει η αυλή, τα κελιά ασβεστωμένα,
πεντακάθαρα, στρωμένοι οι καναπέδες με κεντητές πατανίες. Τρέχουν οι καλόγριες
να με καλωσορίσουν, άλλες πιασμένες από τους ρευματισμούς, άλλες νέες, περίσσια
χλωμές, γιατί δουλεύουν πολύ για να ζήσουν, αγρυπνούν και προσεύχουνται και δεν
έχουν να φαν και να χορτάσουν. Όταν έχουν ώρες λεύτερες σκύβουν απάνω στο
εργόχειρό τους και κεντούν πατροπαράδοτα ξόμπλια, κυπαρίσσια, σταυρούς,
γλάστρες με γαρούφαλα. Θλίψη σε κυριεύει όταν απλώνουν μπροστά σου τα κεντήματα
ετούτα με καμάρι, σαν να δείχνουν τα προικιά τους, χαμογελούν, δε μιλούν, μα
ξέρεις εσύ πως γαμπρός δεν υπάρχει.
Στο μελίχωρο φως του δειλινού η Παντάνασσα έλαμπε σαν φιλντισένιο
βυζαντινό πυξίδι με υπομονή κι αγάπη δουλεμένο, για να σκεπάζει τη
μυρόβλητη πνοή της Παναγίας. Τι ενότητα, περισυλλογή και χάρη από το αγκωνάρι
του θεμελιού ως την ερωτική καμπυλότητα του τρούλου. Αλάκερος ο χαριτωμένος
ναός ζούσε κι ανάπνεε γαλήνιος σαν ζεστός ζωντανός οργανισμός. Όλες
οι πέτρες, τα σκαλίσματα, οι ζωγραφιές, οι καλόγριες, ζούσαν σαν οργανικά
συστατικά του γυναίκειου Μοναστηριού, θαρρείς κι όλα μαζί γεννήθηκαν από το ίδιο
δημιουργικό σκιρτημό, ένα μεσημέρι.
Ποτέ δεν περίμενα πως θα `βρισκα στις βυζαντινές ζωγραφιές
τόση γλύκα, τόση θερμή ανθρώπινη κατανόηση. Είχα δει ως τώρα άγριες ασκητικές
μορφές που κρατούσαν μια περγαμηνή με κόκκινα γράμματα και φώναζαν να μισήσουμε
τη φύση, να ζήσουμε στην έρημο, να πεθάνουμε για να σωθούμε. Μα τώρα τα χρώματα
ετούτα, οι γλυκύτατες μορφές, ο Χριστός που μπαίνει στην Ιερουσαλήμ απάνω στο
ταπεινό ζώο, αγαθός, χαμογελαστός, και πίσω οι μαθητές με τα βάγια κι ο λαός που
τους κοιτάζει με εκστατικά μάτια, σαν ένα σύννεφο που περνάει και σκορπίζεται…
Κι ο Άγγελος ο χαλκοπράσινος που είσαι στο Αφεντικό, λεβέντης, με τα σγουρά
μαλλιά, αναδεμένα με φαρδιά κορδέλα, με το ορμητικό δρασκέλισμα και το στέρεο
καταστρόγγυλο γόνατο! Σαν να ναι αρραβωνιασμένος και πάει… Πού πάει με τόση
χαρά και βιάση;
………………………………………………………………………
Σηκώθηκα, είχε ακόμα φως η μέρα, πήρα τον ανήφορο, με τα
γκρεμισμένα αρχοντικά, με τους πύργους τους ξαπλωμένους
χάμω, με κορόνα πέτρινη στην κορυφή του λόφου το ξακουστό κάστρο του
Βιλλαρδουίνου. Η καστρόπορτα ανοιχτή, οι αυλές έρημες, ανέβηκα τις ετοιμόρροπες
σκάλες, έφτασα στις πολεμίστρες, κοπάδια κοράκια σηκώνονταν ξαφνιασμένα.
Κοίταξα κάτω τον καρπερό κάμπο κι από τα χαμόσπιτα τον καπνό ν` ανεβαίνει.
Ένα κάρο ακούστηκε να τρίζει, ένα τραγούδι όλο πάθος, όλος ο αέρας αναστέναξε,
γέμισε φαντάσματα. Αναστήθηκαν οι ξανθές Φράγκισσες αρχοντιοπούλες, οι
σιδερόφραχτοι ιππότες που ήρθαν εδώ στην Πελοπόννησο να καταχτήσουν πήραν
Ρωμαιοπούλες, μπολιάστηκαν το ελληνικό αίμα, ξέχασαν την πατρίδα. Οι
καταχτητές, ας είναι καλά οι γυναίκες μας οι μελαχρινές, με τα κορακάτα μαλλιά,
με τα μεγάλα μάτια, καταχτήθηκαν.




